Εκλογικός νόμος και νόμος για την Παιδεία: Βήματα συντηρητικής οπισθοδρόμησης

Αμέσως μετά την εκλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας, επιλογή που μπορεί να θεωρηθεί ως προοδευτικό διάλλειμα, η Νέα Δημοκρατία επανήλθε στην βασική ατζέντα της κυβερνητικής της πολιτικής. Κύριος στόχος η αναίρεση των προοδευτικών και δημοκρατικών στοιχείων που είχε εισάγει ο ΣΥΡΙΖΑ όπως και των κοινωνικών μέτρων που είχε λάβει η προηγούμενη κυβέρνηση.

Μέσα στον Ιανουάριο ψηφίστηκαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δυο ιδιαίτερα σημαντικοί νόμοι, η αλλαγή του εκλογικού συστήματος και ο νόμος Κεραμέως για την Παιδεία. Η ασθενική επιχειρηματολία της κυβέρνησης εστίασε στην ανάγκη της κυβερνησιμότητας που δήθεν εξασφαλίζει η επαναφορά ενός συστήματος ενισχυμένης αναλογικής. Η ένδεια επιχειρημάτων έγινε αισθητή όταν ο Υπουργός κ. Γεραπετρίτης προέβη στην πολυσυζητημένη και ανιστόρητη συσχέτιση της απλής αναλογικής με τον εμφύλιο, το μετεμφυλιακό κλίμα, την άνοδο του Χίλτερ στην εξουσία και το συνακόλουθο αιματοκύλισμα της Ευρώπης. Ακολουθώντας βέβαια το συλλογισμό του κ. Υπουργού και επιχειρώντας μια αντιστοιχία θα μπορούσε άραγε να ισχυριστεί κανείς ότι η ενισχυμένη αναλογική έφερε την χρεωκοπία της χώρας; Προφανώς αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι βάσιμη. Αναφορικά με το επιχείρημα περί κυβερνησιμότητας, αν κάτι μας διδάσκει το πρόσφατο παρελθόν της περιόδου της κρίσης είναι πως η κυβερνησιμότητα δεν εξαρτάται από το εκλογικό σύστημα, αλλά πρωτίστως από την ικανότητα, την εργατικότητα και την πολιτική τόλμη των κυβερνήσεων είτε αυτές είναι μονοκομματικές είτε κυβερνήσεις συνεργασίας.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το σενάριο των διπλών εκλογών, με στόχο να “καεί” στη πράξη η απλή αναλογική, μετατρέπει τις εκλογές σε ένα απλό εργαλείο εξυπηρέτησης μικροκομματικών τακτικισμών και διακινδυνεύει, σε μια περίοδο που η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και την πολιτική μειώνεται συνεχώς, την περαιτέρω αποξένωση των πολιτών από την ενεργό πολιτική κοινότητα.

Η λειτουργικότητα του εκλογικού συστήματος της χώρας δεν εξαρτάται από το μπόνους εδρών (σταθερό ή κλιμακωτό, 35 ή 50 εδρών) που θα απολαμβάνει το πρώτο κόμμα. Αντιθέτως, χρειάζεται, μαζί με την απλή αναλογική που σέβεται την ισοτιμία της ψήφου, να αναζητήσουμε τρόπους που θα εξασφαλίζουν την καλύτερη αντιπροσώπευση των πολιτών, την διασφάλιση της εκλογικής διαδικασίας από την επιρροή οικονομικών και μιντιακών συμφερόντων και την ταυτόχρονη εξάλειψη των συνθηκών που γεννούν -δυνητικά- φαινόμενα διαφθοράς και πελατειακές σχέσεις.

Μετά τον εκλογικό νόμο σειρά είχε o νέος νόμος για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Τα προβλήματα αυτού του νόμου είναι πολλά: η έμμεση μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των ήδη υποχρηματοδοτούμενων ελληνικών πανεπιστημίων, η αναστολή λειτουργίας των νέων τμημάτων και φυσικά η εξίσωση των πτυχίων των κολλεγίων με αυτά των πανεπιστημίων. Στον νόμο αυτόν ασκείται ήδη μια εμπεριστατωμένη κριτική με ουσιαστικούς εκπαιδευτικούς όρους. Αυτό που χρήζει περαιτέρω ανάδειξης είναι η επιχειρούμενη ανατροπή του δημοκρατικού πυρήνα της παιδείας, όπως αυτός είχε καθιερωθεί μεταπολιτευτικά.

Το σύγχρονο ελληνικό κράτος βασίστηκε πάνω στην ιδέα ότι το παιδί μιας φτωχής οικογένειας της επαρχίας θα μπορούσε να λάβει δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση και να υπερβεί μέσω αυτής τα ταξικά τείχη. Η εφαρμογή της ιδέα ήταν σχετικά επιτυχημένη για πολλά χρόνια, εάν και από τη μια η υπέρβαση των ταξικών φραγμών στην πράξη δεν είναι πάντα εύκολη ενώ από την άλλη οδήγησε σε μια εγκατάλειψη του πρωτογενή τομέα που έπληξε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους λειτούργησε και, με την κατάλληλη στήριξη, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μηχανισμός ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Σε μια εποχή που η κοινωνική ανισότητα στον δυτικό κόσμο εντείνεται η παιδεία παραμένει σημαντικός μηχανισμός άμβλυνσης των ανισοτήτων.

Η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας στον τομέα αυτόν έχει δυο βασικά γνωρίσματα: την απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου ως δομής και ως αγαθού και την περαιτέρω εμβάθυνση της λογικής της αγοράς στην παιδεία. Η μεταφορά της έρευνας από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης όσο και η ενίχυση των κολλεγίων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολιτικής.

Τόσο για λόγους αξιακούς όσο και για λόγους αναπτυξιακούς η πολιτική για την Παιδεία πρέπει να βασίζεται στην ενίσχυση του δημοσίου πανεπιστημίου και την επένδυση στην οικονομία της γνώσης. Σήμερα, με την τυπική έξοδο της χώρας από την κρισιακή συνθήκη, χρειάζεται ένα νέο σχέδιο για την ανώτατη εκπαίδευση που να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον επανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού χάρτη, μετά από σχετική μελέτη, την σημαντική και σταθερή αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, την ανανέωση και βελτίωση των υποδομών των πανεπιστημίων και την παράλληλη ανάπτυξη μιας αξιόπιστης επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η επικοινωνιακή κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δημιουργεί μια εικόνα πολιτικής ηγεμονίας που εκφράστηκε και κατά τη διάρκεια της συζήτησης των δυο νομοσχεδίων που πραγματεύεται το παρόν άρθρο. Για να ανατραπεί αυτή η συνθήκη χρειάζεται η ανάπτυξη ενός πειστικού αντιπολιτευτικού λόγου που θα πατά στις προκλήσεις της εποχής και θα αναδεικνύει τα λάθη της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας καθώς και η άμεση διαμόρφωση ενός συγκροτημένου εναλλακτικού σχεδίου για το μέλλον της χώρας.

Αυτό είναι το καθήκον στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να ανταποκριθεί, ως αξιωματική αντιπολίτευση και ως βασικός εκφραστής της μεγάλης αριστερής, δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης, με την οργανωτική του ανασυγκρότηση και τον μετασχηματισμό του, με την προγραμματική του ανανέωση και με διαρκή παρουσία και δράσεις σε όλα τα επίπεδα, από τους επαγγελματικούς και κοινωνικούς συλλόγους έως το Κοινοβούλιο. Για να επανέλθει η χώρα σε προοδευτική τροχιά, με ανάπτυξη και κοινωνική αλληλεγγύη.

Originally published at https://tvxs.gr on February 11, 2020.

PhD candidate, School of Political Sciences, Aristotle University of Thessaloniki. Freelance writer.

PhD candidate, School of Political Sciences, Aristotle University of Thessaloniki. Freelance writer.